
τα Χριστούγεννα του Νικόλα

τράφικ

δηλαδή · εικόνα · χειμώνας · ανάσα · αγαπημένα · λέξεις · ελλείψεις · και;· πρόσωπα · κλαίει ·τηλεφωνήματα · ;-)* · εντός · βιάζομαι · χαμόγελα · μέιλ · αναμονή ·στάσου · ευχές · άστο · αδιέξοδα · δώρο · πες · συνεχές · λαμπιόνια · μη · προσδοκία · αντοχή · nναι · τράφικ · χρωστούμενα · κλίμα · τα μάλλινα · οκ · θέλεις · μμφ! · τι;
.
6:00 π.μ.
Εδώ στέκομαι, σ’ αυτή τη σιωπή με μάτια ανοιχτά στα παράσιτα, έξι η ώρα τα χαράματα ο εγωισμός μου δεν περνάει, όταν ένας άντρας ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, παγωμένος, απλώνει το χέρι στο τίποτα, είναι η τελευταία άκρη από το σχεδιάγραμμα της οικονομίας, καθώς το πρώτο φως της μέρας απ’ τα μάτια του ανατέλλει, κι αυτός δεν το ξέρει, ότι μυρίζει άσχημα, γιατί η ζωή είναι βρώμικη. Μας χωρίζει ένα μέτρο, κι αυτός ο αέρας, που ξεφυλλίζει ένα πεταμένο περιοδικό, τα τέσσερα πρώτα μανεκέν που έφτασαν στις διαμαντένιες πύλες του παραδείσου…. Ξημερώνει και κανείς δε θέλει να το καταλάβει. Ο θάνατος ενός πολίτη ξεκινάει από τα νούμερα του λόττο, κι ύστερα παίζει με τα κανάλια της τηλεόρασης, κι εκπαιδεύει τα παιδιά του πώς να γελούν με την τεχνική του ζάππιγκ. Στο όνομα αυτής της αθλιότητας, ένα μεγάλο αυτοκίνητο απομακρύνει τον έλεγχο πάνω απ’ τις ανθρώπινες μάζες. Η κουλτούρα του γρήγορου φαγητού. Έξι και πέντε λεπτά, η τέλεια κοινωνία, εμποδίζεται από τους καριερίστες και τους καιροσκόπους. Μας χωρίζουν δυο βήματα, θα ‘θελα να του μιλήσω, μα ξέρω πως δε θα με καταλάβει. Όλη νύχτα ήμουν έξω. Πόσες φορές δεν έκανα το ίδιο πράγμα, με διαφορετικά ρούχα, με τα ίδια και χωρίς. Γιατί πίστευα πως τα μάτια σου είναι τα φώτα για έναν διαφορετικό κόσμο. Ο μύθος της διασταύρωσης, κάποιος περνάει, άλλος μένει, κάποιος φεύγει, δρομολόγια προς κάθε κατεύθυνση. Κι ένας ακόμη, φάντασμα μιας σκοτεινής κοινωνίας, χάνεται στους σκελετούς των νέων οικοδομών… Τώρα το ξέρω καλά, πως δεν ήταν εύκολο, μέσα σε κείνο το πλάτος που αγκαλιάζει τις ακρότητες, να επιβιώσεις, να γνέψω καταφατικά στο συμβιβασμό, πριν να επιστρέψω οριστικά στον εαυτό μου. Χιλλιάδες πόδια κάτω απ’ τον ασπρόμαυρο αυτό ουρανό. Έξι και δέκα πρώτα λεπτά. Αυτό που με συνδέει μ’ αυτόν τον πεταμένο άνθρωπο είναι η θνησιμότητα, η απόκριση και το έλεος, τα τρία στοιχεία που με κάνουν να χαζεύω τ’ ασημένια αεροπλάνα στον παγωμένο ουρανό, περιμένοντας το πρώτο τρένο να ξεκινήσει απ’ την αφετηρία… 
*Το τραγούδι 6:00 π.μ. των Στέρεο Νόβα
πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάιο του 1993 [Ντισκολάτα]
να πω που ήμουνα την Τετάρτη;
..
ότι εγώ έχω θέματα άλυτα για πάντα μαζί της, είναι πια γνωστό για τα καλά· αλλά αν δε θέλετε, μη με πιστεύετε. εγώ για να ‘χω τη συνείδησή μου ελαφριά ομολογώ· είμαι μαζί της τόσο ερωτευμένος, όσο κι όλη η Ελλάδα… ;-))*
.
ήθελα να γράψω κάτι χτες. που ξύπνησα ολόφρεσκος πρωί μ’ ένα δίωρο ύπνου· και δε μπορούσα να σταθώ να κάνω την οποιαδήποτε περιγραφή. ήμουν ακόμα εκεί, μαζί τους:
στο Σταυρό του Νότου που αποπνέει οικειότητα με τη Νατάσα, το Θέμη, το Γεράσιμο, κι ένα μαγαζί γεμάτο από φίλους με αισθήματα αγάπης/χαλαρότητας/ενέργειας όμορφης.
.
γιατί σ’ ένα τέτοιο πρόγραμμα δε περιμένεις να ξεκινήσει για να νιώσεις ότι θα περάσεις μοναδικά.
το γνωρίζεις από πριν· ετοιμάζεσαι γι αυτό. κι απλώς πας. το συντομότερο δυνατό· κι όσες φορές ακόμα προλαβαίνεις.
.
και δε χρειάζεται να ξεκινήσουν τα τραγούδια, η δύναμη της Μποφίλιου σκορπίζει στο χώρο με το βήμα της· μόνο να τη δεις ν’ ανεβαίνει στη σκηνή.
δεν απορώ πια που την αγαπάει τόσος πολύς κόσμος τόσο δυνατά. αναρωτήθηκα για το ‘πόσο γρήγορα’. αλλά δεν είναι τουλάχιστον φυσικό; εκτιμάται τ’ ανεκτίμητο;
όσοι είναι κάθε βράδυ εκεί, δεν είναι κοινό· είναι προσωπικά αγαπημένοι. για κείνην έχουν ονόματα. έχουν πρόσωπο/ταυτότητα/αξία/σημασία.
.
κι αποφεύγω να γράψω υπερβολές. ωστόσο· ότι τα τραγούδια των άλλων Κάνουν καινούργια καριέρα μαζί της, δε κρύβεται· φωνάζει δυνατά·
τη βλέπεις στη σκηνή και λες ‘δεν υπάρχει, δε μπορεί’. ξεχνάς αυτόματα ότι είναι ακόμα τόσο μα τόσο νεαρή. ένα παιδί. ένα κορίτσι σοφό από πάντα. τοποθετημένο απέναντι στη ζωή. με λόγια απλά. και δύναμη απεριόριστη…
.
της πάει απίστευτα πολύ ο Μικρούτσικος κι εύχεσαι συνεργασία· φοράει το Χατζιδάκι και νιώθεις ότι έγραψε γι αυτήν· [να της το πείτε κι εσείς· να κυκλοφορήσει επιτέλους ένα λαιβ. γιατί έχει λόγους].
και δε πλήττεις στιγμή· δε βρίσκεις δευτερόλεπτο να κοιτάξεις καν στο πλάι σου.
γιατί καθετί είναι καινούργιο εκεί. το ρεπερτόριό της αλλάζει σαν ακριβό παιχνίδι. σε κάθε εμφάνιση. ακόμα και στα δικά της τραγούδια. που τ’ ακούς κι είναι πάντα παραπάνω απ’ αυτό που γνωρίζεις.
.
και πας να τη δεις μετά, να της μιλήσεις. και είναι αυτή· η ίδια ακριβώς. χωρίς πίσω πλευρές. η νατάσσα είναι. όπως την έχετε μέσα σας: νεαρή· ταπεινή το ίδιο πολύ· εξαιρετική στο χαρακτήρα· η ίδια νατάσσα της αλήθειας που σκορπίζεται απ’ τα τραγούδια.
και δεν βρίσκεις λέξεις σωστές να την περιγράψουν. φαντάζουν μικρές/λίγες/απλουστευμένες.
.
.
για το Θέμη και Γεράσιμο τι να πω παραπάνω. μιλάνε τα τραγούδια. τους γνωρίζετε και τα γνωρίζετε. θ’ ακούσετε καινούργιες μουσικές / νέα σενάρια ζωής χτισμένα από στίχους.
επεξεργαστείτε το σα σκέψη μέσα σας: θα τρελαθείτε ξανά.
ο καινούργιος δίσκος θα ‘ναι στα μηχανήματά σας μέσα στο Γενάρη. εγώ δε θα πω. καινούργια τραγούδια ακούγονται και στο Σταυρό…
.
πηγαίνετε· άμεσα λέω· όσο κουρασμένοι και να ‘στε· θα με φέρετε στο νου σας· όταν υπάρχουν τέτοιες βραδιές η πόλη γιορτάζει. η αθήνα· η θεσσαλονίκη· η Ελλάδα όλη κι όπου η νατάσσα προλαβαίνει να τρέχει· και το Κάνει κι αυτό με φιλότιμο· γιατί γνωρίζει ότι την περιμένουν·
.
σας τα ‘γραψα όλα μαζί σήμερα/ασύντακτα/χωρίς διορθώσεις/χωρίς σκέψεις/όπως θα μιλούσαμε μεταξύ μας: με φυσιολογικό ενθουσιασμό.
.
.
Ενορχηστρώσεις: Θέμης Καραμουρατίδης [άκουστε!]
Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Γεράσιμος Ευαγγελάτος [κι άλλο τι...;]
Οπτικό Υλικό / Video Art: Παντελής Φραντζής [η χρήση της εικόνας εκεί που δε το περιμένετε...]
Πιάνο: Θέμης Καραμουρατίδης
Τύμπανα: Φοίβος Κουντουράκης
Τσέλο: Άρης Ζέρβας
Κιθάρες: Παύλος Συνοδινός
Μπάσο: Γιώργος Μπουλντής
Πνευστά: Παναγιώτης Ράπτης
.
Σταυρός του Νότου club:
Φραντζή και Θαρύπου 35-37, Νέος Κόσμος
τηλ.: 210 9226975
link: www.stn.gr
.
η μάρθα της ανοχής

Η Μάρθα. Μπροστά από μια σιδερώστρα, στο φόντο τηλεόραση ανοιχτή· είχε ήχο αλλά δεν τον άκουγε· είχε βυθιστεί από ώρες στα δικά της. Τρίτη βράδυ, ακόμα κι οι νοικοκυρές χαλαρώνουν τέτοιες ώρες μα είχε σύζυγο στρατιωτικό και κείνος άσκηση νυχτερινή, και το κοφίνι ήταν γεμάτο ασιδέρωτα, θα τα πέταγε γρήγορα με το καινούργιο της ατμοσίδερο αν είχε ρυθμό. Αλλά δεν είχε. Σε δυο μέρες θα ’χε γενέθλια. Κανείς πάλι δε θα το θυμόταν. Ίσως και καλύτερα. 41 πια· γεμάτα. Και πόσο γεμάτα..
Άναψε ένα τσιγάρο και ξανάτρεξε στον καθρέφτη του μπάνιου. Κάτω απ’ το αριστερό μάτι το χρώμα είχε σκουρύνει. Έβαλε λίγο ακόμα μέικ απ. Τα παιδιά –αγόρια, άντρες πια και τα δυο– θα επέστρεφαν· καλύτερα να τους φαινόταν βαμμένη. Παρά δαρμένη.
.
Είχαν μαλώσει πάλι πριν φύγει. Άγρια. Κατά τα γνωστά δικά τους. Γιατί δεν πλήρωσε όλα τα κοινόχρηστα και τα ’ριξε στην πιστωτική.
Όρθια δίπλα του κι εκείνος έτρωγε ακόμα. Γύρισε το χέρι του και της έφερε δυο ηχηρά σκαμπίλια. Κάθισε μισολιγόθυμη σε μια καρέκλα. Εκείνος σηκώθηκε, την πλησίασε βρίζοντας, η Μάρθα με το ’να της χέρι προσπάθησε να προστατευθεί, της το άρπαξε απρόοπτα και τη χτύπησε πάλι. Αυτή τη φορά πέτυχε τα μάτια.
«Όχι στα μάτια» φώναξε εκείνη σπαραχτικά· μετά η φωνή της έπεσε, κόντεψε ψίθυρος «όχι στα μάτια» ξανάπε «φαίνεται…»
Τώρα επαναλάμβανε τη φράση σιδερώνοντας μια στολή παραλλαγής.
.
«Πώς γίναμ’ έτσι», αναρωτιόταν σχεδόν με φωνή, πάλι έπιανε κουβέντα με τη σιδερώστρα. Κι αυτό το ’κανε συχνά. Φίλες δεν είχε από χρόνια. Κόπηκαν όλες από τον αρραβώνα, μία μία, και πόσο τις αγαπούσε… αλλά εκείνος τις απώθησε με τον τρόπο που ονομάτιζε τον χαρακτήρα του: ύπουλα.
.
Το πρώτο χαστούκι το ’χε φάει απ’ τον πατέρα, στα 14, ξεχάστηκε ένα βράδυ σε μια ντισκοτέκ, σε κάτι γενέθλια, πέραν από τις 12,30. Στις δώδεκα σβήνανε τα κεράκια, το κορίτσι κολλητή, πώς να ’φευγε; Ντρεπόταν για τον πατέρα της. Κι έμεινε. Από κείνη τη νύχτα το είδε κι η Μάρθα αλλιώς, ανάποδα. Κι όποτε ήθελε αργούσε. Όσο ήθελε. Είχε συνηθίσει στα χαστούκια.
Ο Γιώργος ήρθε στη ζωή της, απρόοπτα· κατά λάθος. Με μετάθεση, νέος στην πόλη τους, ανθυπολοχαγός συστήθηκε κι έψαχνε κάτι δρόμους, τύχαινε να ’ναι στο διάβα της, «αν με ακολουθήσεις δε θα χαθείς» του ’πε, «αν μου μιλάς στη διαδρομή θα ’σαι κι ο πρώτος άνθρωπος που γνωρίζω εδώ» της είπε εκείνος. Του ’χε ήδη γυαλίσει, και τα θηλυκά ήταν ψυχοπονιάρικα πλάσματα, έτσι πίστευε και ορθά. Σε οχτώ μέρες βγαίνανε το πρώτο τους ραντεβού. Εκείνη έκλεινε τα 17 σε δυο μέρες.
.
«Σα να λέμε, σαν σήμερα», μονολόγησε απορημένη κι η τηλεόραση έδειχνε τον καιρό, Ελλάδα με σύννεφα και αριθμούς στο χάρτη.
.
Στον τρίτο μήνα καβγάδισαν άγρια. Είχε εντοπίσει ένα μαγαζάκι με ρούχα ελαττωματικά, πήρε ταγιέρ και φούστα, τα φόρεσε ένα βράδυ για έκπληξη που πήγε να τον βρει στην Λέσχη Αξιωματικών, είδε αυτός τη φούστα πάνω από το γόνατο και του γύρισαν τα μάτια. Όλοι τον συνεχάρησαν τότε για την όμορφη σύζυγο. Έπαιρνε τα συχαρίκια για προσβολή. Στο σπίτι, αφού της έσκισε τα ρούχα μ’ ένα ψαλίδι, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έφερνε σβούρες στους τοίχους.
«Μη, το παιδί Γιώργο» έλεγε εκείνη και προστάτευε με τα χέρια την κοιλιά της, άναυδη για τη συμπεριφορά του, οι άντρες σηκώνουν με το παραμικρό χέρι, έτσι είχε μάθει, αλλά κι αυτός που έλεγε ότι την αγαπούσε τόσο μοναδικά; Μπορούσαν και τα μάτια του να λέγανε τέτοια ψέματα; Μπορούσαν.
.
«Μη, το παιδί Γιώργο» μονολογούσε ξανά και συμπλήρωνε –αφού η σιδερώστρα ήταν αληθινή της φίλη- «που μακάρι δηλαδή, να μην έσωνε να ’ταν ποτέ αυτό το παιδί»…
Και τέλειωσε με τα παντελόνια. Κι άλλαξε κανάλι με το τηλεκοντρόλ, τ’ άφησε σε μια ελληνική ταινία αγαπημένη με τη Ρένα Βλαχοπούλου να χαζεύει κι έπιασε τα εσώρουχα, μόνο σταμάτησε για μισό τσιγάρο, γιατί ένιωθε το κεφάλι της εξαιρετικά βαρύ, το αίμα στις φλέβες της να τρέχει ανεξέλεγκτα γρήγορα…
.
Με τη γεύση της νικοτίνης και των ψυχοφαρμάκων που έπαιρνε τακτικά εδώ και τρία χρόνια, συνέχισε· να τελειώσει κάποτε, πολλά τα σλιπάκια των παιδιών, κι όλα θέλανε προσοχή.
Και θυμήθηκε το πρώτο βραδυνό τσιγάρο, κάπνιζε πάντα μόνο πίσω απ’ το σχολείο και στις καφετερίες, αλλά εκείνη τη νύχτα, μετά από έναν γρήγορο ύπνο, ξύπνησε με δυο πανέμορφες εικόνες, ολοζώντανες ακόμα στα μάτια της.
Στη μία, ήταν η ίδια, σκοτεινά τα πάντα γύρω της, θαρρείς δέντρο, όχι ναι, δέντρο ήταν είχε ρίζες και κλαδιά, και πάνω της τη συντρόφευαν αηδόνια με το κελάηδισμα τους –εκεί άναψε χωρίς να το ξανασκεφτεί το τσιγάρο- κι αγκάλιαζε το ολόγιομο φεγγάρι που από μικρό παιδί αγαπούσε γιατί εκεί της είχαν πει πως έμενε πια η μάνα που είχε χάσει στα εννιά της, κι είχε πρόσωπο δικό του το φεγγάρι, τι εικόνα κι αυτή, εξωπραγματική, κινούμενη αλλά θαρρείς πίνακας με βυζαντινή τεχνοτροπία, σαν αυτές των Αγίων που πάντα παρακαλούσε για απλά πράγματα, και ποτέ δεν την άκουγαν –γιατί όμως;- η άλλη εικόνα, ακόμα πιο τρελή, δυο φεγγάρια, το ένα αγκάλιαζε αυτή, πρόσωπο η ίδια φεγγαρίσιο πάλι ν’ αγκαλιάζει το δικό της ολόγιομο, και δίπλα ακριβώς άλλο ένα…
.
Κοίταξε το ρολόι στο χωλ· δέκα πια, είδε και το μάτι, μισομελανιασμένο κι αυτό πια και το ξαναμπάλωσε, κι ένιωθε κι ένα παράξενο πόνο στη μύτη, αλλά γύρισε πίσω, να αδειάσει το καλάθι, είχε ώρα ακόμα.
.
Κι έπιασε τα τελευταία, τα σλιπάκια του Γιώργου, αυτά όλα ίδια, λευκά, μινέρβα κλασικά, και σκέφτηκε, πως από τότε εκείνο το όνειρο το έβλεπε και το ξανάβλεπε συχνά. Και της έκανε καλό, με το δικό του τρόπο, την ξαναΐσιωνε σαν άνθρωπο, και πλησίαζε σα παλιά σκιά πάλι τον άντρα της, σα να ’χε ξεχάσει ήδη τα μισά τους χρόνια που κύλησαν οδυνηρά, τις φορές που πρησμένη ή πονεμένη απ’ το ξύλο έπαιρνε τους δρόμους, πάνω κάτω, να σκέφτεται και να κλαίει, τα δυο μικρά στο δημοτικό –τώρα ο ένας ήταν 21, ο άλλος στα 19- πάνω κάτω οι δρόμοι, ήθελε να τα πάρει και να φύγει, να τα πάρει και να φύγει, να φύγει… Αλλά πού να πήγαινε…;
.
Δεν έφυγε τότε, δε τόλμησε, μονολόγησε βουβά στη σιδερώστρα φίλη και το κεφάλι της βάρυνε επικίνδυνα πάνω απ’ το ατμοσίδερο, τα σλιπάκια, τον πόνο και την αυξημένη της πίεση, τόσο, που ούτε κατάλαβε πότε άρχιζαν να πέφτουν από τη μύτη της παχιές σταγόνες αίματος, συνέχισε να σιδερώνει και τα μινέρβα γίνονταν πουά, μ’ ένα απαλό ροζ που διέχεε πάνω τους ο δυναμικός ατμός.
.
Στο έκτο το κατάλαβε. Κι ούτε να σηκώσει το κεφάλι ψηλά να σταματήσει το αίμα, δε σκέφτηκε, μόνο κάθισε στον καναπέ που από ώρα ποθούσε, κι ο ατμός κάγχαζε μόνος του.
Κι άναψε ένα τσιγάρο χαζεύοντας τα ζωγραφισμένα μινέρβα, μοναδικά το ένα από το άλλο, πουά, ρίγες, πινελιές αχνές θαρρείς σα ποταμίσια ρυάκια κι η μύτη έσταζε ακόμα πάνω στη ρόμπα της και τότε,
.
καπνίζοντας, άρχισε να βγαίνει από μέσα της ένα σχιζοφρενικό, ένα ακράτητο γέλιο, κι ας είχε πάρει όλα τα σωστά χάπια της, ένα γέλιο την κυρίευσε, ένα γέλιο που τη λέγανε ακόμα Μάρθα και σε δυο μέρες θα ’τανε πια 41, ένα γέλιο που σε μισή ώρα θα επέστρεφε ο Γιώργος και θα την άρπαζε πάλι απ’ τα μούτρα, ένα γέλιο που είχε αναστήσει δυο μωρά παιδιά και τα ’κανε άντρες, αλλά γλυκούς στο χαρακτήρα, ένα γέλιο που το σπίτι της ήταν πεντακάθαρο, ένας κλαυσίγελως που έλειψε από τη ζωή της 23 χρόνια, ένας κλαυσίγελως που και πάλι δεν έβρισκε να πάει πουθενά, ένας κλάμα που δεν είχε μιλήσει ποτέ για ό,τι πέρναγε…
..
* Οι πανέμορφοι πίνακες που συνοδεύουν αυτή την ανάρτηση, δημοσιεύονται μετά από έγκριση της εξαιρετικής ζωγράφου Δήμητρας Ψυχογυιού, και δημιουργήθηκαν για το παραμύθι της «Η μυγδαλιά και το φεγγάρι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγκυρα.*ένα αγαπημένο κείμενο που επιστρέφει δυο χρόνια μετά, γιατί έχει λόγους.
–ακόμα δε μου μιλάς εσύ;
–ακόμα δε μου μιλάς εσύ;
–…
–λοιπόν; καλησπέρα;
–θα δείξει;
–από τι·
–από μόνη της.
–μπορεί και γνωρίζει;
–εκείνη ξέρει.
–πόσο καιρό έχουμε να μιλήσουμε;
–…
–αν σου δίνω ένα ευρώ για κάθε δυο ατάκες θα μιλήσουμε λίγο;
–αξίζω παραπάνω από τόσα.
–έτσι λες;
–σίγουρα ναι.
–θα δείξει.
.
–συνεχίζεις να ‘σαι εριστικός.
–αλλάζουν οι άνθρωποι;
–αλλάζουν·
–πότε συμβαίνει αυτό·
–όταν υπάρχουνε λόγοι.
–εσύ για παράδειγμα άλλαξες;
–σίγουρα ναι·
–τώρα που σε βλέπω, συμφωνώ.
–με τι;
–με τις αλλαγές. αλλάζουμε. μεγαλώνουμε.
–ίσως απλώς να μεγαλώνουμε.
–απ’ έξω μας;
–απ’ έξω/από μέσα μας…
–ποιος το κρίνει αυτό;
–οι άλλοι·
–ποιοι είν’ αυτοί οι ‘άλλοι’;
–οι γύρω μας·
–ανεξαιρέτως;
–όχι.
–τότε ποιοι· αυτοί που μας συμπαθούν.
–αυτοί που εκτιμάμε.
–εκτιμάμε αυτούς που μας συμπαθούν, όχι;
–όχι πάντα.
–όχι πάντα;
–δεν είναι δεσμευτικό.
–είναι όμως το σύνηθες, ναι;
–όχι.
–και πού είναι αυτοί οι άλλοι, για να ‘χουμε καλό ρώτημα;
–ο καθένας στη δουλειά του·
–είναι δουλειά η σιωπή/η διαφυγή/η κουκούλα ενός πλασματικού εαυτού;
–ναι, όμορφε· μη κοιτάς εσύ. ο καθένας με τον τρόπο του.
–…
.
–τώρα δε μιλάς, ε;
–συγνώμη… χάθηκα.
–σε συμφέρει αυτό;
–μάλλον όχι.
–σκεφτόσουν αυτό που λέω.
–ομολογώ πως όχι. τι λέγαμε.
–για τον καθένα μας χωριστά· και τον τρόπο του.
–τρόπος είναι η κερκίδα;
–έτσι το λες εσύ!
–για λογαριασμό μου εκφράζομαι.
–και κρίνεις το σύμπαν.
–ούτε τον εαυτό μου δεν είμαι σε θέση να κρίνω.
–μεγάλες κουβέντες. γράφ’ τες!
–…/και πως θέλεις να μιλάμε;
–εγώ δε θέλω καν να μιλάμε!
–οκ, πες ότι συνέβη.
–συνέβη/ναι.
–μια φορά στα πέντε χρόνια.
–μακάρι κι ως την άλλη ζωή.
–ελπίζεις πως θα ‘χεις;
–όλοι σε κάτι ελπίζουμε.
–αυτό δε βοηθάει πάντα.
.
–να σου πω κάτι εσένα!
–συνέβη να ‘μαι δω· έπεσα πάνω σου· δε το επεδίωξα· ας σ’ ακούσω…
–…
–γιατί ξεφυσάς· μη σε κόβω κιόλας, συνέχισε.
–πολύ τον έξυπνο μας κάνεις.
–ίσως είναι θέμα χαρακτήρα.
–μας έχεις ζαλίσει.
–μέχρι κάποια στιγμή το ‘θελα.
–και τώρα το ίδιο κάνεις.
–δε στο ‘πανε καλά στα μειλ σας. μεγάλωσα.
–μεγάλωσες ναι. κι ασχήμυνες.
–πάνε πέντε χρόνια, ναι;
–ναι.
–μας ασχημαίνει ο χρόνος;
–όταν κουβαλάμε βάσανα·
–σου φαίνεται να βγάζω στα παζάρια τα βάσανα μου;
–με εκνευρίζει αυτό το χαμόγελό σου.
–παλιά μου ‘στελνες φιλιά.
–έχεις μείνει πίσω.
–κι εσύ έχεις μείνει σ’ αυτό το χαμόγελο· που τρελαίνει άνθρωπο λέμε.
–γιατί·
–εμένα ρωτάς γιατί; κάνε γκάλοπ!
–είσαι το πρώτο ερωτηματολόγιο.
–εμένα που σε ξέρω μ’ εκνευρίζει.
–με ξέρεις; μ’ έχεις χάσει πριν πέντε χρόνια κι ακόμα νομίζεις ότι με ξέρεις;
–δεν αλλάζουν οι άνθρωποι. τουλάχιστον οι προβληματικοί.
–με κολακεύεις.
–μ’ έχεις φορτίσει άσχημα.
–τότε κόψε την κουβέντα.
–τώρα εγώ θα ‘θελα να σου πω κι άλλα! να τ’ ακούσεις να τελειώνουμε.
–ό,τι υπήρχε μεταξύ μας/τέλειωσε.
–οκ. φεύγω. δε χάρηκα που σε είδα.
–εγώ χάρηκα.
–γιατί;
–γιατί σε θυμάμαι καμιά φορά.
–να το κόψεις αυτό. σε χαλάει.
–θα το πολεμήσω. το ‘χω σχεδόν καταφέρει.
–μπράβο. να [μην] τα ξαναλέμε λοιπόν.
–να μην·
–έχω αλλάξει και τηλέφωνο.
–να θυμηθώ να διαγράψω το παλιό.
–μ’ έχεις ακόμα εκεί;
–αποφεύγω τα παραπανίσια τηλεφωνήματα.
–καλά κάνεις. και μέιλ άλλαξα.
–έτσι κι αλλιώς δε θα ‘γραφα.
–δε χάρηκα που σε είδα.
–κι εγώ δε καθόλου/ειλικρινά.
–να μη τα ξαναπούμε.
–μακάρι και ποτέ μας.
–ισχύει;
–και βέβαια ισχύει.
–σωστός!
–να πας στο καλό ;)
–;)
.
-με ποιον μιλάς πάλι;


–Άσε αυτό το κομμάτι να παίξει. Είναι πολύ καλό.
–Το ‘χα στο νου μου από τη στιγμή που ξύπνησα.
–Πως αυτό;
–Είδα ένα όνειρο μυστήριο.
–Τι είδες;
–Δε μπορώ να θυμηθώ.
–Βρέχει πάλι σήμερα.
–Σήμερα, δε βρέχει απλά. Δε βλέπεις πως σκοτείνιασε ο ουρανός της Κυψέλης;
–Υπερβάλεις λίγο.
–Είναι που έρχομαι απ’ έξω.
–Και λοιπόν;
–Έχουνε πλημμυρίσει οι δρόμοι.
–Οκ, θα φτηνύνει και το νερό…
–Αυτό δε το λες.
–Είσαι απαισιόδοξος. Ούτε μια πλάκα δε σηκώνεις.
–Με τους λογαριασμούς δε κάνω πλάκα. Πάω μονάχα και τους πληρώνω. Χωρίς χαμόγελα.
–Στραβά ξύπνησες.
–Μια χαρά είμαι. Είναι που ήθελα να κατέβω στο κέντρο.
–Τι να κάνεις στο κέντρο;
–Να τριγυρίσω.
–Να συγκεντρωθείς να δουλέψεις, γιατί διάλεξες λάθος μέρα.
–Δεν έχω την παραμικρή διάθεση· σήμερα ήθελα να δω κόσμο.
–Καλά κάθεσαι και δω.
–Και μιλάω μαζί σου;
–Είμαι καλή παρέα. Μπορούμε να κουβεντιάσουμε.
–Για ποιο ζήτημα.
–Ζητήματα να θες. Έχεις πρόβλημα;
–Πρόβλημα όχι. Διάθεση δεν ξέρω αν έχω.
–Για να μου μιλάς, έχεις.
–Μη το λες.
–Το λέω. Από το δρόμο ξεκίνησες.
–Όχι.
–Μη μου λες εμένα ψέματα. Δε μπορείς.
–…
–Να προσέχεις μονάχα.
–Τι;
–Μη σου γίνει συνήθεια.
–Το να μιλάω με τον εαυτό μου; Ποιο είναι το κακό;
–Να το κάνεις φωναχτά.
–Δε το κάνω ποτέ φωναχτά.
–Μη καταλήξεις εκεί…
.
–Συμμετέχεις κι εσύ.
–Εσύ τ’ αποφασίζεις.
–Όλοι το κάνουμε.
–Όχι όλοι. Πολλοί, ναι.
.
–Το καλό είναι πως σ’ έναν τέτοιο διάλογο, κάνεις δε θα συμβεί να μπερδέψει ούτε μια στιγμή τα πρόσωπα.
–Στην αρχή θα μπερδευτούν.
–Εσύ θα φταις.
–Σταμάτησε η βροχή.
–Ναι σταμάτησε. Αλλά θα ξαναρχίσει.
–Είναι το πρώτο πράγμα που μας κάνει να συμφωνούμε σήμερα.
–Ίσως υπάρξουν κι άλλα.
–Δε το βλέπω. Δεν αφήνεις τίποτα να πέσει κάτω.
–Δεν ειν’ έτσι.
–Εύκολα το λες. Αλλά είναι ίδιον του χαρακτήρα σου.
–Άσε το χαρακτήρα μου πρωί πρωί.
–Άκου να δεις· εγώ δεν έρχομαι για λόγο άσχετο. Εσύ με φέρνεις. Και ξέρεις γιατί.
–Δεν έχω ιδέα.
–Θέλεις πότε πότε να μιλάς με την κρυφή σου πλευρά.
–Δεν έχω εγώ κρυφή πλευρά.
–Πρόσεχε πως μου μιλάς.
–Με προκαλείς.
–Καλά θα κάνεις να το πάρεις απόφαση· κι όποτε έρχομαι να μ’ αναγνωρίζεις.
–Έμπλεξα. Θ’ ασχοληθώ με το γάτο μου. Θα μπορούσες και να φύγεις.
–Αδύνατο. Φεύγει ποτέ η σκέψη σου;
–Συχνά πυκνά.
–Σε τι;
–Σε εικόνες.
–Κι αυτές μαζί τις φτιάχνουμε. Παρακάτω…
–Δεν έχει άλλο.
.
–Συγκεντρώσου. Τι είδες στον ύπνο σου;
–Δε θυμάμαι· έναν ουρανό.
–Πάλι ουρανό; Σιγά την πρωτοτυπία.
–Δεν ήτανε μονάχα αυτό.
–Τι άλλο.
–Κάτι πουλιά.
–Πετούμενα;
–Όχι.
–Και τι έκαναν. Περπατούσαν;
–Δεν είναι παράξενο. Στην πόλη, συχνά τα πουλιά περπατάνε στα πεζοδρόμια.
–Ώσπου να τ’ αρπάξει καμιά αδέσποτη γάτα. Πεινάνε.
–Εκεί τα καταντήσαμε κι αυτά.
–Αλλοτρίωση.
–Δεν είναι φτιαγμένα για να ζούνε στα τσιμέντα.
–Τα δικά σου περπατούσαν τελικά;
–Όχι στέκονταν.
–Πού.
–Σε κάτι σύρματα.
–Του ηλεκτρισμού;
–Δε θυμάμαι.
–Και τι άλλο.
–Κοίταζαν τον ουρανό. Το καθένα μπροστά. Το καθένα στον κόσμο του.
.
–Να σε ρωτήσω…
–Όχι.
–Αισθάνεσαι μοναξιά;
–Ποιος δεν αισθάνεται μοναξιά;
–Θα συμφωνήσω, μου φαίνεται.
–Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει.
–Κυριολεκτικά.
–Υπάρχουν στιγμές που μένουμε μόνοι.
–Πως το αντιλαμβάνεσαι αυτό;
–Όπως το λέω. Υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε μοναξιά. Όσους ανθρώπους και να ‘χουμε γύρω μας. Ή μαζί μας.
–Σε πειράζει αυτό;
–Καθόλου. Συχνά επιβάλλεται. Μόνο να.
–Πες το.
–Καμιά φορά είναι παραπανίσιο.
–Αυτό είναι αναπόφευκτο.
–Θα ήθελα να ορίζω καλύτερα τη σκέψη μου.
–Αυτό δε γίνεται.
–Με διακόπτεις.
–Γι’ αυτό είμαι δω.
–Λάθος.
–Λάθος έχεις εσύ. Εμένα με φώναξες για να σε διακόπτω.
–Παίρνεις πρωτοβουλίες.
–Έτσι είναι το μυαλό. Αυτομολεί συχνά.
–Καλά δε πράττει;
–Όχι· αυτό λέω: θα ‘θελα να το ορίζω εγώ.
–Μη φλυαρείς στο άσχετο. Αυτό που γράφεις δεν είναι ανάρτηση. Καταντάει πια σενάριο.
–Μπορεί να ‘ναι κιόλας.
–Τι σε κάνει να το νομίζεις.
–Τίποτα. Μ’ αρέσει να πειραματίζομαι.
–Να στρωθείς στο αντικείμενό σου.
–Δεν είναι συγκεκριμένο.
.
–Αυτό να το προσέξεις. Καταλήγει να ‘ναι πρόβλημα.
–Ποιο, το πείραμα;
–Δε μιλάω γι’ αυτό· απλά πετάς από κουβέντα σε κουβέντα.
–Συμβαίνει αυτό. Αξίζει να ‘μαστε τόσο αυστηροί στους τύπους;
–Όταν κουβεντιάζεις με τον εαυτό σου, ναι.
–…
–Γιατί σώπασες;
–Ξανάρχισε η βροχή.
–Στάματα ν’ ασχολείσαι με τη βροχή. Έχεις κολλήσει.
–Είναι που την ακούω να μουρμουράει. Στις τέντες.
–Και τι σου λέει;
–Να κατέβω στο κέντρο.
.
–Αυτή τη στιγμή ρίχνει και χαλάζι; κι είσαι κρυωμένος. Θα γίνεις χειρότερα.
–Πέρασε σχεδόν αυτό.
–Και πώς φαντάζεσαι τη βόλτα σου;
–Θα πάω να πιω έναν καφέ.
–Μόνος;
–Και τώρα μόνος είμαι.
–Μη το λες. Θα ‘ναι κόσμος σε παρέες, και συ σα το μαγκούφη.
–Δε το σκέφτηκα έτσι.
–Ούτε να διαβάσεις δε μπορείς. Θα σε πιάσει αμηχανία.
–Δε με ξέρεις καθόλου καλά. Θα ‘μαι μια χαρά. Θα καθίσω πλάι σε μια τζαμαρία· θα χαζεύω τους περαστικούς.
.
–Εσύ δε θέλεις και πολύ να βρεις παρέα. Μιλάς μ’ όλον τον κόσμο.
–Ναι.
–Παλιότερα δε το ‘κανες αυτό.
–Όχι σε τέτοιο βαθμό.
–Είναι ανάγκη;
–Όχι, επιλογή.
–Και τι σου φαίνεται να επιλέγεις.
–Να χαμογελάω συχνότερα.
.
–Πες μου τι φοβάσαι, τώρα που ζεσταθήκαμε.
–Ποιος ζεστάθηκε.
–Στο θέμα μας. Γιατί άλλαξες συμπεριφορά;
–Συνέβη.
–Προβλήματα;
–Και περιπέτειες. Που έρχονται από το πουθενά. Πάντα θα υπάρχουν. Το θέμα είναι να μη τα μεγαλώνεις.
–Το ‘χεις φιλοσοφήσει;
–Δε γνωρίζω. Αλλά μου υπόσχομαι να προσπαθήσω.
–Τι φοβάσαι;
–Τις στιγμές· τις καθημερινές μικρές στιγμές· που στήνουν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής. δε θέλω να περνάνε χωρίς συνείδηση.
–Νωρίτερα, στην είσοδο της πολυκατοικίας, έπιασες κουβέντα με την καθαρίστρια.
–Ήτανε για τη βροχή.
–Και τι σου μπορεί να σου προσφέρει μια ξένη γυναίκα, ένα άσχετο πρωί.
–Την καλημέρα της.
–Και την έκπληξή της· που κάποιος της έπιασε την κουβέντα.
–Εκεί καταλήξαμε: να ξαφνιαζόμαστε με τη διάθεση για επικοινωνία; να ζούμε τη μισή ζωή μας σιωπηλοί.
–Αυτό άλλαξες εσύ;
.
–Αυτό, ναι.
–Δεν ακούγεται κακό.
–Το αντίθετο· συμβαίνει να περνάς και καλά.
–Να σε ρωτήσω κάτι;
–Έλα, ρώτα.
–Έχεις ώρα να καπνίσεις.
–Ξεχάστηκα με την κουβέντα.
–Καπνίζεις αβέρτα.
–Δε το ελέγχω. Αλλά θα ‘θελα.
–Όταν θες κάτι, απλά το κάνεις.
–Δεν είν’ έτσι.
–Και πως είναι;
–Πολλά θέλουμε να κάνουμε· αλλά δε μπορούμε.
–Όλα τα μπορούμε.
–Τι δε μπορείς εσύ;
–Δε θέλω να πω.
–Μεταξύ μας μιλάμε. Πες.
–Δε θέλω να τρέχει το μυαλό μου στις χίλιες στροφές. Δε θέλω να αισθάνομαι τόσα πολλά. Κι όταν ξαπλώνω το βράδυ, δε θέλω να ‘χω αρνητικές σκέψεις, θα μ’ άρεσε να σκέφτομαι μόνο θετικά, να λέω ότι, σήμερα έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να ζήσω καλά…
–Και τι άλλο.
–Ότι κι αύριο, θα προσπαθήσω να ‘μαι καλύτερος.
–Και θα ‘σαι;
–Πιθανότατα όχι.
.
–Τα ξεφούρνισες όλα μαζί τώρα.
–Δε θέλω να πονάω εύκολα. Δε θέλω να θυμάμαι διάφορα.
–Λες αλήθεια;
–Όχι.
–Τότε τι;
–Θα πούλαγα την ψυχή μου.
–Με τι αντάλλαγμα.
–Να ‘χω μέτρο.
–Μέτρο σε τι.
–Σε όλα.
–Αυτό δεν υπάρχει. Το μέτρο είναι σχετικό για τον καθένα.
–Εγώ είμαι ο καθένας μου.
.
–…
–Τώρα δε μιλάς.
–Σαν τι θα φανταζόσουν ότι θ’ άκουγες.
–Τίποτα. Ίσως μια πρόταση· μια λύση.
–Δεν μπορώ να σου προτείνω λύσεις. Να τις βρεις εσύ. Μόνος σου.
.
–Και τώρα μόνος μου είμαι.
–Μη το μπερδεύεις, με κούρασες. Και να σου πω, γιατί χαμογελάς τελικά;
–Μπορεί και να ‘χω στ’ αλήθεια καλή διάθεση.
–Είσαι ανισόρροπος.
–Ίσως.
–Μ’ έχεις πάρει στην πλάκα σήμερα.
–Χρειάζεται κι αυτό...
.
–Με χρειάζεσαι τίποτ’ άλλο;
–Βαρέθηκες;
–Όχι. Να με φωνάζεις συχνότερα, να μιλάμε γι’ άσχετα.
–Τελικά μου ‘κανες καλό.
–Δε το κατάλαβα.
–Είναι μοιραίο.
–Πότε θα ξαναμιλήσουμε;
–Σύντομα.
–Όταν λέμε ‘σύντομα’;
–Όταν υπάρξει η αφορμή.
.
–Αν βγεις έξω να ντυθείς καλά. Χειμωνιάζει.
–Δε χειμωνιάζει. Είναι που μεγαλώνω· και με πειράζει λιγάκι η υγρασία.
–; ))
–; ))
.
«Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε »
Το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ «Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε » Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, 2009,
ώρα 18:00 ΙΑΝΟΣ, Σταδίου 24, Αθήνα
.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
.
Κείμενα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
.
Μουσική:

"Ολόγραμμα"
Ελένη Νανοπούλου
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαίν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου’’
.
βάζω το δάκτυλο ανάμεσα στα μάτια
κατεβάζω σελίδα τα χέρια
αγκάλιασε με
δε κοιμάμαι ποτέ τις μικρές ώρες
κάποτε - κάποτε πλαγιάζω στην αυτοψία της αγάπης
θεέ μας
μας έψαχνες
με τον κανόνα και την απαίτηση
εν’ άθροισμα είναι το νερό
απ’ το ελάχιστο και το πολύ μας σώμα
.
δεν κοιμάμαι ποτέ τις μικρέ ώρες
κάποτε – κάποτε πλαγιάζω
στην αυτοψία της αγάπης
.
αποδημώ με την απρέπεια
.
•••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••
.
© 2009 Ελένη Νανοπούλου
και Εκδόσεις Δρόμων
Εξώφυλλο-Οπισθόφυλλο: Πυρογραφία σε ξύλο του Θανάση Κωνσταντινίδη
Παραχώρηση έργου τέχνης από το Μουσείο Πολιτικών εξόριστων – Αη Στράτη
.
•••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••
Το βιβλίο διατίθεται απο τον Ιανό (Αθήνα - Θεσσαλονίκη) και την Πολιτεία
.
-μα γιατί άργησες...;
Ένα κλειδί σκάλισε την κλειδαριά. Πρωί. Κάνεις άλλος δεν είχε ποτέ κλειδί. Μονάχα εκείνη. Επέστρεφε…
Δε συμβουλεύτηκε ρολόι. Ξημέρωνε ωστόσο. Τα βήματά της περπάτησαν το διάδρομο, στάθηκαν μια στιγμή αναποφάσιστα. Βρέθηκε όμως. Δίπλα του.
.
–Καλημέρα.
–Καλημέρα. Όμορφη.
–Είναι όμορφη;
–Και πότε δε συνέβη να ‘ναι.
–Ο χρόνος θα το πει αυτό. Ήρθες τόσο πρωί…
–Ήθελα την καινούργια μέρα. Με θυμάσαι;
–Θα το παλέψω. Θέλεις να θυμηθώ;
–Για να με θυμηθείς επέστρεψα… Κοιμόσουν;
–Όχι. Είχα κλειστά τα ματιά μου.
–Είναι νωρίς για σένα. Κοιμόσουν παλιά τέτοια ώρα.
–Παλιά.
–Τώρα;
–Κλείνω τα μάτια. Και μένω ήσυχος. Περιμένω. Καμιά φορά αυτό μου φαίνεται και πολύ.
–Τι περιμένεις;
–Να ξοδευτούν οι σκέψεις στο σκοτάδι. Να ξημερώσει κάποτε.
–Μάλιστα.
–Μάλιστα τι.
–Μάλιστα τίποτα.
–Θα μείνεις ξαπλωμένος τώρα;
–Μπορούμε να καθίσουμε στο σαλόνι.
.
Έβγαλε από την τσάντα της τσιγάρα. Δανείστηκε αναπτήρα. Προτίμησε τη δεξιά πλευρά στον καναπέ. Δίπλα στην μπαλκονόπορτα.
–Βρέχει έξω;
–Έβρεχε όλο τη νύχτα. Και τώρα ακόμα.
–Είναι ωραία η βροχή το Σεπτέμβρη. Ξεπλένει τον ιδρώτα· από το καλοκαίρι. Πώς ήρθες ως εδώ;
–Περπατώντας. Από τα στενά.
–Χωρίς ομπρέλα;
–Πότε χρησιμοποίησα εγώ ομπρέλα;
–Βράχηκες;
–Έτσι συμβαίνει συνήθως.
.
Ήταν η σειρά του ν’ ακούσει τους ήχους του γρήγορου νερού στα παλιά μωσαϊκά.
–Ακούς;
–Ναι. Μ’ αρέσει.
Χαμογέλασε· χωρίς προσδιορισμό. Αυθόρμητος σα να ‘ταν μόνος. Τα μάτια της έφεραν μια άξαφνη υγρασία.
–Καιρό είχα να σε δω να χαμογελάς. Αποθύμησα. Χαμογελούσες συχνά όσο έλειπα.
–Όσο έλειπες;
–Όσο έλειπα.
–Ναι. Χαμογελούσα. Τακτικά.
.
Πήρε πίσω τον αναπτήρα του. Έλεγε ψέματα. Κι οι δυο τους το ‘ξεραν. Αλλά είχε νόημα. Κοιτάχτηκαν. Ήθελε να της πει κάτι. Αλλά ήταν μεγάλο. Δεν είχε τόσες λέξεις μέσα του διαθέσιμες. Λιγότερες θα έβγαιναν λανθασμένες. Όπως παλιά. Επέλεξε μια παύση.
–Δε μιλάς.
–Δεν έχω σταματήσει να ‘μαι φλύαρος.
–Καλό ειν’ αυτό.
–Όταν δεν έχεις κάτι νέο να πεις , όχι.
–Σωστά.
Το βλέμμα του ξαφνικά πέταγε μαχαίρια. Το ‘νιωσε όμως. Και τα ‘κανε σιωπηλά χάδια. Βυθίστηκε στα χαρακτηριστικά. Του πρόσωπου της. Δε τη θυμόταν καλά. Είχε προσπαθήσει τόσες φορές. Ήταν μάταιο. Ακόμα κι οι φωτογραφίες έλειψαν. Τις είχε σκίσει. Μία μία. Με υπομονή.
–Έχεις ομορφύνει.
–Έχω γεράσει.
–Όλοι μεγαλώνουμε. Κι αλλάζουμε.
Ένιωσε άβολα. Πέρασε το χέρι απ’ τα μαλλιά της. Ασυναίσθητα ξεχτενίστηκε. Κάτι θέλησε να του πει. Να κρατηθεί.
–Συχνά παραμένουμε ίδιοι. Στις σκέψεις μας. Τουλάχιστον σ’ αυτές. Και στα αισθήματα.
–Δε το πιστεύω πια αυτό.
Έλεγε ψέματα. Κι οι δυο τους το ‘ξεραν.
–Έχεις δίκιο, συμφώνησε, πριν γείρει τα μάτια της στη βεράντα. Αλλάζουμε. Και δεν είμαι σίγουρη πως· αν γινόμαστε καλύτεροι.
–Ή χειρότεροι, ναι.
–Πόσο χειρότερος μπορεί να γίνει κάνεις.
–Δεν έχει άκρη αυτό.
–Ας συμφωνήσω. Τα φυτά μας έχουν γίνει ολόκληρα δέντρα. Τα πότιζες;
–Ναι. Πόσο έλειψες στ’ αλήθεια;
–Εσύ δεν έβγαινες καν στη βεράντα.
–Κάποιος έπρεπε να το κάνει.
.
Στράφηκε ολόκληρη προς τη μεριά του. Την αριστερή του καναπέ. Έλαμπε στο χάος της στιγμής. Της κάθε στιγμής.
–Δε μπορώ να μετρήσω πόσο έλειψα. Εσύ· θυμάσαι τουλάχιστον εσύ;
–Πόσα θαρρείς πως μπορεί να κρατήσει μέσα του ένα μυαλό;
–Απαντάς ακόμα μ’ ερωτήσεις.
–Είναι δύσκολη συχνά η κατάφαση. Θα πιούμε κάποτε καφέ;
–Να φτιάξουμε, ναι.
–Μείνε εδώ. Έκανες τόσο ταξίδι.
.
Αυθόρμητη κατευθύνθηκε εκείνη στη ντουλάπα. Να φορέσει κάτι στεγνό. Η αφίσα της “Αμελί” ήταν ακόμα στο δεξί φύλλο. Και τα ρούχα της το ίδιο. Στριμωγμένα. Αλλά εκεί. Επέστρεψε, φορώντας ακόμα τα βρεγμένα. Οι καφέδες περίμεναν. Και τα τραγούδια στον υπολογιστή. Πόσο καιρό είχε να τ’ ακούσει…
–Άλλαξες υπολογιστή.
–Πέρυσι, ναι. Ο παλιός δε ξαναλειτούργησε. Ήταν ένα πρωινό. Σάββατου.
–Τα κείμενα σου;
–Χάθηκαν · ό,τι είχα γράψει· χάθηκε.
–Δε κάνεις ποτέ μπακ απ.
–Ποτέ. Λες και το ‘χω για κακό.
–Και τα γραμμένα;
–Δε ξαναγράφτηκαν.
.
Ο καθένας με μια κούπα καφέ. Στη θέση του. Τσιγάρα· λες κι άναψαν από μόνα τους. Προβλεπόμενα. Η νικοτίνη στάθηκε πιο στυφή απ’ τη σιωπή. Λες και προκάλεσε από μόνη της τα αισθήματα.
–Γιατί έφυγες;
–Πνιγόμουνα.
–Δε μου μίλαγες γι’ αυτό. Βρέθηκα απροετοίμαστος. Για την απουσία.
–Πνιγόμουνα.
–Από μένα;
–Δε θυμάμαι πια.
–Και πού πήγες. Πού πήγες μετά;
–Όχι. Όχι από σένα. Από σένα ποτέ. Μονάχη μου πνιγόμουν.
– Πού πήγες μετά;
–Ταιριάζαμε τόσο πολύ, έκρυψε με την παλάμη στο στόμα της. Να κρατήσει εκεί τις κουβέντες της; Όχι άλλο.
–Απέμεινα μόνος.
–Ταξίδεψα.
–Προς τα πού.
–Περπατούσα. Συνέχεια. περπάτησα πολύ. Στο τέλος δεν είχα άλλα βήματα. Τα ‘χα ξοδέψει.
–Και πού πήγαινες;
–Δεν είχα προορισμό. Δεν είχα κατεύθυνση. Σα την τρελή. Τρελή. Όχι “σαν”.
–Έμεινα μόνος.
–Οι φίλοι μας;
–Τέλειωσαν γρήγορα.
–Ήταν οι πιο πολλοί δικοί σου φίλοι.
–Κι όμως τέλειωσαν.
.
Η οθόνη είχε σβήσει. Και τα τραγούδια. Δεν ακούγονταν πια τραγούδια.
–Μα γιατί άργησες…;
–Είχα αστάθεια στα βήματα. Έλειψε η ισορροπία. Αλλά περπατούσα. Να τελειώσουνε τα βήματα. Και τα λάθη. Πολλά τα βήματα. Έπρεπε να τα λέω “χρόνια”. Δε το ‘ξερα.
–Κι έφτανες κάπου;
–Νοστάλγησα. Πολύ. Αλλά έκανα εγκλήματα. Στην ίδια μας τη ζωή.
–Κι επέστρεψες.
–Ναι. Μαζεύοντας τα λάθη. Ένα ένα. Ήτανε πολλά. Και σκόρπια.
–Θέλω να μου γελάσεις ξανά.
–Τι νιώθουμε όταν γελάμε;
–Προορισμό.
–Νιώθω πως είχα προορισμό. Αλλά δε γέλασα.
–Πάρε το χρόνο σου.
–Μετριέται ο χρόνος;
–Καλύτερα όχι.
–Κι αν ξεχάσει κάνεις τα λάθη;
–Είναι· για να τα ξεχνάμε.
–Κι αν ξανάρθουν;
–Δε θα ξανάρθουν τα ίδια. Θα κάνουμε καινούργια. Φοβάσαι;
–Όχι. Έπαψε ο φόβος. Έμεινε μόνο ο θυμός. Κι η λαχτάρα.
.
Κράτησε την ανάσα του· στο βλέμμα της. Που άλλαζε. Σα κάτι να το φώτιζε.
–Θα σταματήσουμε να λέμε ψέματα;
–Σταματάνε ποτέ τα ψέματα;
–Αν καιγόμαστε, μπορεί. Να σταματάνε.
–Ας μην υπάρξουν άλλα τότε.
Έκλαιγε τώρα, αλλά δεν ήτανε λυπημένη. Σα κάτι να της ήρθε ξαφνικά στο νου. Μέσα της βαθιά. Αλλά δεν ένιωθε τι. Μονάχα έκλαιγε. Πιο πολύ απ’ το ένα μάτι. Όπως παλιά.
–θα μείνεις;
–Έτσι λέω.
–Οι κουβέντες είναι σύννεφα στον ουρανό., χάνονται γρήγορα.
–Έτσι θέλω.
–Μη ξανακάνεις ερωτήσεις.
.
–Κάτι τελευταίο μόνο.
–Όχι.
–Μ’ αγαπάς· εμένα· μ’ αγαπάς;
Έσμιξε τα φρύδια του. Ελάχιστα. Δε του περίσσευαν οι λέξεις. Ήταν πολλές. Αλλά δεν έρχονταν.
–…δε κουράστηκες να ρωτάς;
–Έχω χρόνια να ρωτήσω. Αισθάνομαι χαμένη.
–Απλώς· είσαι στο σπίτι σου.
–Λες και δεν ήμουν εγώ.
–Επέστρεψες.
–Το ‘θελα πολύ. Από πάντα.
–Η βροχή σταμάτησε.
–Ναι· σταμάτησε. Φθινοπώριασε πια.
–Κάνει αληθινό φθινόπωρο φέτος. Θέλεις να πάμε μια βόλτα;
–Νιώθω κουρασμένη· αλλά θέλω. Πού;
–Πάμε για ένα τσιγάρο. Ψηλά. Να δούμε την πόλη. Ύστερα θα γυρίσουμε να μαγειρέψουμε;
Ήτανε πάντα τόσο όμορφη. Σα να μην είχε περάσει μία μέρα από πάνω της. Ήπιε λίγο καφέ και ξαναμίλησε εκείνη.
–Ξέχασα να μαγειρεύω. Αλλά θα θυμηθώ.
–Γιατί;
–Για μας.
.
.

